"ωδή στην ηρωίδα"
2026-08-31

* Μεταφέρουμε σήμερα στην πρώτη σελίδα το συγκλονιστικό κείμενο του συγχωριανού μας Σπύρου Νεραϊδιώτη, που αναφέρεται στην αγαπημένη του μητέρα, που έφυγε πρόσφατα απ' τη ζωή. Με τον τίτλο «ΩΔΗ στην ηρωίδα», υμνεί το μεγαλείο της ψυχής της μάνας, που μέσα από τόσες αντιξοότητες της εποχής, κέρδισε μονάχη τη μάχη της επιβίωσης, θυσιάζοντας τα πάντα, για το μονάκριβο παιδί της.
Όταν η ψυχή δεν μπορεί πια να χωρέσει όσα φύλαγε, η γραφή παύει να είναι απλή καταγραφή και μετατρέπεται σε ιεροτελεστία, σε μια πράξη καθοσιώσεως απέναντι στην ίδια την αλήθεια και των όσων έζησαν μάνα και γιος.

ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΗΡΩΊΔΑ
- Στους ήρωες δεν ταιριάζουν τα κλάματα, στους ήρωες γονατίζουν και προσκυνούν. Κι εσύ μάνα, σε όλη σου τη ζωή υπήρξες μια ηρωίδα!
- Ξεκίνησες τον ηρωικό σου αγώνα από τη μαύρη εκείνη μέρα που έφυγε ο πατέρας. Ήταν τότε που έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, να πάει σε άλλους τόπους μακρινούς, σε μέρη αλαργινά.
- Κι έτσι «μείναμε οι δυο μας ορφανοί, σαν καλαμιά στον κάμπο», εσύ στα είκοσι έξι σου χρόνια και εγώ μόλις δυο ετών.
- Βαθύς ο αναστεναγμός κι ο πόνος της ορφάνιας,
- τα χρόνια μαύρα, πέτρινα κι οι μέρες όλες πίκρα.
- Ο δρόμος πέτρες κοφτερές, γεμάτος απ' αγκάθια,
- ξυπόλυτη περπάταγες στις μπόρες, στο χαλάζι.
- Στην αγκαλιά με κράταγες, να μη με τρώει τ' αγιάζι,
- το Γολγοθά σου ανέβαινες, με δάκρυα στα μάτια.
- Άρχισες να ανεβαίνεις τον ανηφορικό Γολγοθά, δίνοντας καθημερινά σκληρούς αγώνες, με πρώτο και δυσκολότερο, αυτόν της επιβίωσης, για τον «άρτον ημών τον επιούσιον», το ψωμί και στη συνέχεια να ακολουθούν και άλλοι αγώνες πιο δύσκολοι, όπως:
- αυτός της μητρότητας και της οικογενειακής θαλπωρής,
- ο αγώνας της αξιοπρέπειας και της τιμής,
- του ήθους και της σεμνότητας,
- της ταπεινότητας, αλλά και της υπερηφάνειας.
- Κάθε μέρα ήταν κι ένας αγώνας σε κάθε πρόβλημα σε κάθε εμπόδιο. Επιτακτική ανάγκη, ο κάθε αγώνας να στέφεται από επιτυχία και κάθε φορά να τα καταφέρνεις.
- Στο 'να σου χέρι τη ζωή και το Σταυρό στον ώμο.
- Από τη μια κρατούσες εμένα από το χέρι και από την άλλη κουβαλούσες στον ώμο σου το Σταυρό. Κρατούσες όμως και το σπαθί. Πότε χρησιμοποιούσες το ένα και πότε το άλλο στη δύσβατη αυτή πορεία, λέγοντας κάθε φορά επιβλητικά:
- Στου ορφανού το άδικο τ' ανάθεμα είν' μεγάλο.
- Θυμάμαι εκείνα τα χρόνια, θα ήμουν στην πρώτη Δημοτικού όταν ένα χειμωνιάτικο απόγευμα με συνάντησες στο παντοπωλείο της γειτονιάς, όπου εσύ πήγες να ψωνίσεις και με ρώτησες ανησυχώντας.
- - Καμάρι μου δεν είσαι στο σχολείο;
- - Έχουμε βγει διάλειμμα, σου απάντησα και ήρθα παρέα με το συμμαθητή μου να πάρει σοκολάτα.
- - Χρυσό μου, να! Πάρε ένα λεπτό, να αγοράσεις κι εσύ μια σοκολατούλα, μου είπες, βγάζοντας αμέσως κάτι ψιλά από ένα πορτοφολάκι που είχες δίνοντάς μου μια δραχμή.
- Δεν κατάλαβα για πότε πήρα τη δραχμή, για πότε πήρα από τη μπακάλισσα τη σοκολάτα κι έφυγα τρέχοντας από τη χαρά μου για το μάθημα. Δεν πρόσεξα όμως εσένα που ήσουν σε μια άκρη προσπαθώντας να κρύψεις δυο δάκρυα που κυλούσαν στο πρόσωπό σου.
- Α! ρε μάνα!
- Πόση αγάπη μια καρδιά και πόνο να χωρέσει;
- Η πορεία μας στο δρόμο της αρετής, δεν γινόταν χωρίς αγώνες και θυσίες, περνώντας πότε μέσα από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη και πότε μέσα από τις Συμπληγάδες και τους Λαιστρυγόνες.
- Δεν λύγησες στη χώρα των Κυκλώπων, αλλά ούτε παραδόθηκες στον ήχο των Σειρήνων. Καθιερώθηκες στην κοινωνία σαν ένας σύγχρονος Οδυσσέας, μια ηρωίδα στους καθημερινούς αγώνες της ζωής.
- Και προχωρούσες με κόπο και θυσίες πότε ιδρωμένη και πότε ματωμένη, παλεύοντας με νύχια και με δόντια, με το κάθε θηρίο που ήθελε στο διάβα να μας κατασπαράξει και να μας βγάλει από το δρόμο που εσύ χάραξες. Αυτό το δρόμο της αρετής, με αρχές, με αξίες, με ιδανικά. Ο Σταυρός μπορεί να ήταν βαρύς, αλλά αυτός ο Σταυρός σου έδινε τη δύναμη και το κουράγιο να προχωράς, με αξιοπρέπεια και με το κεφάλι ψηλά.
- Κάθε φορά που ανέβαινες και μια ανηφόρα, ένα δύσβατο μονοπάτι, στον Γολγοθά της ζωής, σταματούσες για λίγο σε μια πλαγιά σ' ένα ξέφωτο να ξαποστάσεις, να πάρεις μια βαθιά ανάσα, με ένα πρόσωπο σκυθρωπό, καταχαρακωμένο από τους αγώνες, κατάκοπο από την κούραση.
- - Θεέ μου γιατί; Μονολογούσες, με πόνο ψυχής! Τι έκανα και βασανίζομαι τόσο; Έλεγες, με μάτια βουρκωμένα.
- Αλλά όσο εσύ ανέβαινες αυτόν τον ανηφορικό Γολγοθά, έπαιρνες και μεγαλύτερη δύναμη και σταματώντας πάλι στο παραπάνω ξέφωτο να πάρεις άλλη μια ανάσα, σήκωνες το κεφάλι σου προς τα πάνω και πάλι μονολογούσες.
- - Θεέ μου, σε ευχαριστώ που μου δίνεις τη δύναμη και το κουράγιο να βαδίζω στο δρόμο Σου. Ανεβαίνω ακολουθώντας τις πατημασιές Σου, έλεγες, με μια ανακούφιση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό σου.
- Και όσο εσύ ανέβαινες τον ανήφορο, εγώ μεγάλωνα, ώσπου μια μέρα ενηλικιώθηκα. Και πάλι τότε στο ξέφωτο, μέσα σε μια όμορφη λιακάδα, με τα χρώματα να λάμπουν στον ήλιο, τα αρώματα της φύσης να μοσχοβολούν, όλο χαρά και με μια απόλυτη σιγουριά, μου είπες:
- - Γιέ μου, άιντε τώρα, τράβα το δρόμο σου, πορεύσου στη ζωή, με τη δική σου βούληση. Εγώ σου έδειξα το δρόμο της αρετής, σε μεγάλωσα με αρχές, με αξίες, με ιδανικά, σε έμαθα να πετάς περήφανα και με αξιοπρέπεια, τώρα εσύ πέτα με τα δικά σου τα φτερά. Αλλά να ξέρεις ό,τι εσύ χρειαστείς, εγώ θα είμαι εδώ.
- Κι εγώ τότε συγκινημένος γονάτισα. Γονάτισα να σου φιλήσω τα χέρια, να σου εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για όλα αυτά που μου έδωσες, τις αρχές, τις αξίες, τα ιδανικά. Για την μητρική στοργή.
- Τα χέρια σου μοσχοβολούσαν! Μοσχοβολούσαν όλο ζυμάρι, από το ψωμί της ζωής, που έβγαζες με πολύ κόπο και τίμιο ιδρώτα.
- Ευλογημένο το ψωμί, ευλογημένη η ζύμη,
- ευλογημένη ήσουν και συ, π' ανάπιανες προζύμι.
- Με πόνο έριχνες νερό, το ζύμωνες με δάκρυ
- και στη γωνιά τ' ακούμπαγες, στη γάστρα με τη στάχτη.
- Και το ψωμί σου ήταν ζεστό, ήταν γλυκό σαν μέλι,
- σαν αγιασμένη λειτουργιά και σαν του ηλιού το χάδι.
- Σε κάθε γάμο και χαρά, ζύμωνες και κουλούρες,
- τις κένταες και τις στόλιζες μαζί με τις ευχές σου.
- Από τη συγκίνηση τα μάτια μου βούρκωσαν. Σήκωσα τότε το βλέμμα μου να σε ευχαριστήσω για όλα αυτά. Και τότε είδα το πρόσωπό σου να είναι ένα με τον ήλιο! Έλαμπε, σαν φως ιλαρό! Λες και φορούσες φωτοστέφανο, ίδιο με αυτό των Αγίων.
- Χαμογέλασες τότε, από αγάπη, από χαρά, από ευτυχία. Γιατί ήσουν δικαιωμένη. Δικαιωμένη από τον κάθε αγώνα που έδινες. Γι' αυτό στη ζωή κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος.
- - Ο πατέρας σου τώρα χαμογελάει από εκεί πάνω, μου είπες, με μια γαλήνια έκφραση όλο γλυκύτητα, ενώ ένα δάκρυ κυλούσε στο πρόσωπό σου από συγκίνηση.
- Είμαι περήφανη για σένα γιε μου, ψιθύρισες τρυφερά.
- - Να 'χεις την ευχή μου, παιδί μου! Είπες και το στόμα σου έσταζε μέλι.
- Χαρές να συναντάς στη ζωή σου!
- Να πορεύεσαι με σεβασμό κι αξιοπρέπεια!
- Να διαβαίνεις στης ζωής τις στράτες, καβάλα στ' άλογο, σαν τον Αη-Γιώργη τον καβαλάρη!
- Να πετάς περήφανα σαν τον αετό, να μην κρούουν τα φτερά σου!
- Να χορεύεις παλικαράκι μου, με όλη σου την καρδιά!
- Η ζωή σου να είναι χορός και τραγούδι, ρουφώντας γερά της ζωής το μεδούλι!
- Να χορεύεις λεβέντη μου, με όλη σου την ψυχή!
- Το άρωμα του χορού να σκορπάς παντού, έτσι για να μοσχοβολάει ο τόπος και να σε χαίρεται ο κόσμος όλος!
- Το χαμόγελό σου, να είναι ο εαυτός σου!
- Τι ωραίες ευχές μάνα! Πολύ όμορφες, βγαλμένες μέσα από την καρδιά σου, από τα έγκατα της ψυχής σου. Σαν φυλαχτό τις κράτησα. Έκανα τη ζωή μου ένα με το χορό κι ο χορός μου έγινε τρόπος ζωής.
- Σε όλη αυτή τη διαδρομή, ήσουν και μάνα και πατέρας. Ήσουν και η ηρωίδα, με τη λιονταρίσια καρδιά και την αδούλωτη ψυχή, έχοντας μέσα στα τεράστια ψυχικά σου αποθέματα, την πίστη, το σθένος και την αγάπη για ζωή, συνδυασμένα με την απόλυτη αυτοπεποίθηση και την άκαμπτη αποφασιστικότητα, για κάθε αγώνα.
- Ωστόσο ήσουν και η ευαίσθητη, η πονόψυχη, η πονετικιά, όταν σε κάθε γεγονός της τοπικής κοινωνίας, έτρεχες πρώτη κοντά στο συνάνθρωπο, με έναν απέραντο αλτρουισμό, συμμετέχοντας αθόρυβα στις λύπες και στις χαρές, στις δύσκολες και στις όμορφες στιγμές, δείχνοντας περίσσια καλοσύνη και συμπόνια, αγάπη και σεβασμό.
- Γι' αυτούς τους αγώνες σου, αλλά και τη στάση σου γενικότερα στη ζωή, η κοινωνία, σου απέδωσε τιμητικά τον τίτλο της ηρωίδας, ενώ παράλληλα σε αναγνώρισε, ως μια ανεκτίμητη αξία, μια ξεχωριστή προσωπικότητα, εισπράττοντας από αυτή αμέριστη εκτίμηση και απόλυτο σεβασμό, αξίες που σε συνόδευαν σε όλη σου τη ζωή.
- Τώρα που ο Θεός σε φώναξε και σε κάλεσε κοντά Του, εκεί στη γειτονιά των αγγέλων θα συναντήσεις στον πατέρα.
- Είναι στο χοροστάσι, στο κέντρο του παραδείσου, χορεύει και τραγουδάει. Τραγουδάει το τραγούδι:
- Με γέλασαν μια χαραυγή της άνοιξης τ' αηδόνια,
- με γέλασαν και μου είπανε, ο χάρος δεν με παίρνει.
- Γιατί ο χάρος του ζήλεψε τα νιάτα και τη λεβεντιά και του έκοψε το νήμα της ζωής στα 28 του χρόνια, εκεί που δούλευε για το μεροκάματο στα έργα της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη, στις 26 Νοεμβρίου του '62, αφήνοντας ορφανό, το δίχρονο γιο του.
- Θα τον ακούσεις μάνα, θα τον ακούσεις, να τραγουδάει ωραία, όμορφα, γλυκά, υπέροχα, ένα τραγούδι όλο παράπονο. Ο χάροντας τον πήρε με τη δικαιολογία πως τάχα τον ήθελε ο Θεός, να τον έχει κοντά Του, να χορεύει και να τραγουδάει, έτσι, για να ομορφαίνει πιότερο ο παράδεισος.
- Εκεί στο χοροστάσι του παραδείσου οι Άγγελοι τραγουδάνε.
- Οι Άγιοι χτυπάνε παλαμάκια στο ρυθμό και συνομιλούν μεταξύ τους για τα τραγούδια μας και τη λαϊκή μας παράδοση.
- Η Παναγία αγναντεύει, με μια απέραντη γαλήνια ομορφιά!
- Ο Χριστός ευλογεί!
- Ο Θεός χαμογελάει!
- Ο πατέρας χορεύει το τραγούδι:
- Για μένα βρέχουν τα βουνά, για μένα ψιχαλίζουν
- Και στη συνέχεια άλλο τραγούδι:
- Να 'ταν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία.
- Να ξανανιώσω μια φορά, να γίνω παλικάρι.
- Συμβολικά τραγούδια. Ο χάροντας τον γέλασε μια χαραυγή, με τα βουνά να κλαίνε για τα νιάτα του που δε χάρηκε.
- Δε λησμονιέται ο μερακλής των άπαρτων Τζουμέρκων,
- που ήταν πρώτος στο χορό, πρώτος στα πανηγύρια.
- Σ'χαριάτης πάνω στ' άλογο και μπράτιμος στους γάμους
- και με τραγούδι και χορό, βγαλμένα απ' την ψυχή του.
- Αχ και συ μωρέ πατέρα!
- Για πες μου τι του ζήλεψες, αυτού του κάτω κόσμου;
- Αυτού βιολιά δεν παίζουνε, όργανα δε βαρούνε.
- Μάνα! Πες στο πατέρα πως τον αγάπησα, τον αγάπησα χωρίς να τον γνωρίσω.
- Πες του και κάτι άλλο. Πες του πως μέσω γονιδίων μού άφησε μια τεράστια περιουσία, που μεταφράζεται σε ανεκτίμητο θησαυρό, που είναι: το πάθος, το μεράκι κι ο έρωτας για το χορό και τα πατροπαράδοτα. Αυτά ήταν τα μεγάλα εφόδια, για να αποκτήσω αργότερα αξίες, ιδανικά και ποιότητα ζωής, που είναι σημαντικά. Είναι αρετές!
- Πες του ακόμα πως είναι ο αφανής ήρωάς μου, το ίνδαλμά μου, ο φωτεινός οδοδείκτης που με καθοδηγεί νοερά από εκεί ψηλά και μου δείχνει τα βήματα στην παράδοση και το λαϊκό πολιτισμό.
- Α! και που 'σαι; Πες του να έρθει κάνα βράδυ στ' όνειρό μου. Να τον δω στον ύπνο μου και να χορέψουμε. Να χορέψουμε μαζί. Όχι για να δείξουμε ποιος από τους δυο μας χορεύει καλύτερα. Αν και κάποιοι παλαιοί μου είπαν πως ο πατέρας χόρευε καλύτερα από μένα. Αλλά να, θέλω να τον δω να χορεύει. Να τον κρατάω και να χορεύει. Να χορεύει το τραγούδι:
- Πρωτομαγιά που τα 'ριξες
- τα μάγια και με μάγεψες
- και στη συνέχεια το τραγούδι:
- Γλυκοχαράζουν τα βουνά κι η αγάπη μου κοιμάται,
- σιγά, παιδιά μ', διαβαίνετε, μη μου τηνε ξυπνάτε.
- Δυο τραγούδια για εσένα.
- Και πάνω στο χορό να ακούσω τη φωνή του, να αφουγκραστώ την ανάσα του, να δω τις αρχοντικές κινήσεις και τα τσαλίμια του, να θαυμάσω τη λεβεντιά του να αισθανθώ το μεγαλείο της ψυχής του.
- Και μετά να χορέψω. Να χορέψω εγώ και να με κρατάει ο πατέρας, όχι για να δείξω πως τον ξεπέρασα στο χορό, άλλωστε από εκείνον πήρα το πάθος και το μεράκι.
- Να με κρατάει στο χορό, δίχως μαντήλι θέλω,
- ν' αγγίξω την παλάμη του και τ' άγιο του το χέρι,
- όπως με κράταγε μικρό, δύο χρονών παιδάκι,
- να νιώσω πάλι τη στοργή, την πατρική σαν τότε,
- να αφουγκραστώ στις φλέβες του τους χτύπους της καρδιάς του,
- να νιώσω την ανάσα του, ν' ακούσω τη φωνή του,
- μαζί με τα μεράκια του, τα ντέρτια, τους καημούς του
- κι όταν τελειώσουν οι χοροί, σφιχτά ν' αγκαλιαστούμε
- και να μιλάμε ατέλειωτα, χωρίς καημό και πόνο,
- μα με τα μάτια της ψυχής και της καρδιάς τον πόθο,
- να πούμε όσα δεν είπαμε, τα χρόνια που 'χε λείψει,
- για να τον δω να χαίρεται και να χαρώ μαζί του.
- Έτσι να του τα πεις, όπως ακριβώς σου τα είπα και να του δώσεις πολλούς χαιρετισμούς.
- Άιντε τώρα, άιντε να πλαγιάσεις, μη χασομεράς, να ξαποστάσεις λίγο. Πρωί-πρωί μες στα άγρια χαράματα προτού λαλήσουν τα πετεινά του ουρανού, με φύλακα τον Αυγερινό και οδηγό την Πούλια θα βρίσκεσαι στην αγκαλιά του ουρανού.
- Η ηρωίδα τώρα κοιμάται, ξαποσταίνει από τους πολλούς και σκληρούς αγώνες της ζωής.
- Καληνύχτα μάνα!
- Καλόν ύπνο κυρά-Κωνσταντινιά!
- Καλό ξημέρωμα ηρωίδα, στον ουράνιο κήπο των ηρώων!
