Άρθρο του Σπ. Νεραϊδιώτη
Πουλάνε μέρα ... αγοράζουν νύχτα
Είναι το ξενύχτι, η ολονύχτια μάζωξη παιδιών της εφηβείας, που κάθονται
σε ένα μέρος ή αλλάζουν στέκι από νύχτα σε νύχτα. Και εκεί το μόνο που
ακούς είναι το έντονο κουβεντολόι, κάποιες φορές με βωμολοχίες και
χαχανητά, που καταλήγουν σε δυνατά γέλια. Κι είναι κάποιες φορές που
τρέχουν με ποδοβολητό και κάποιες άλλες με αλαλαγμούς.
Αυτό γίνεται αντιληπτό σχεδόν απ' όλο το χωριό, αλλά εκεί που γίνεται
πολύ ενοχλητικό έως εκνευριστικό είναι στη γειτονιά που βρίσκονται. Με
αποτέλεσμα κάποιες γυναίκες, μέσα στ' άγρια μεσάνυχτα, να βγαίνουν έξω
με το νυχτικό και από το φράχτη της αυλής να χουγιάζουν τα παιδιά, και
αυτά με γρήγορο ποδοβολητό και αλαλαγμούς να αλλάζουν στέκι
πηγαίνοντας κάπου αλλού.
Μόλις χαράζει η μέρα, τελειώνει η μάζωξη και τα παιδιά πάνε για ύπνο.
Θα σηκωθούν λίγο το μεσημέρι για φαγητό και θα κοιμηθούν ξανά μέχρι το
απόγευμα, για να πιάσουν και πάλι νυχτερινή βάρδια.
Στη γειτονιά, οι γυναίκες το πρωί συζητούν για το φαινόμενο αυτό της
νυχτιάτικης οχλαγωγίας, λέγοντας η μια στην άλλη: «δεν με άφησαν να
κοιμηθώ εψές, έπρεπε να πάρω το λάστιχο από τη βρύση να τα
καταβρέξω», ενώ κάποιοι άντρες πιο ψύχραιμοι συμπληρώνουν με ηρεμία:
«αφήστε τα παιδιά, παιδιά είναι, θα παίξουν κιόλας αυτές τις μέρες, μετά
θα φύγουν».
Κάποιο απόγευμα συναντώ εκεί στη γειτονιά ένα κοριτσάκι, ευγενέστατο
και συνεσταλμένο, με ωραίους τρόπους. Είχε ξυπνήσει πριν λίγο, κοιμόταν
όλη μέρα, είχε πάει για ύπνο τα ξημερώματα.
«Καλή η παρέα που κάνετε μεταξύ σας εσείς τα παιδιά της ηλικίας σας»,
της λέω, «αλλά λύσε μου μια απορία: τι κάνετε τόσες ώρες, όλη νύχτα να
ενοχλείτε τον κόσμο που κοιμάται, δίνοντας το δικαίωμα στον καθένα να
σας φωνάζει και να σας προσβάλλει, ενώ είστε καλά παιδιά, με μόρφωση
και σεβασμό;»
Έσκυψε ελαφρώς το κεφάλι της κοκκινίζοντας, ελαφρώς ντροπιασμένη,
έχοντας το βλέμμα χαμηλά.
«Να», μου λέει διστακτικά και συνεσταλμένα, «παίζουμε χαρτιά και
διάφορα άλλα παιγνίδια, λέμε ανέκδοτα για να γελάμε, γιατί όλη τη χρονιά
σχολείο, διάβασμα, φροντιστήρια, κι εδώ αυτές τις λίγες μέρες που
ερχόμαστε, θέλουμε να ξεδώσουμε, να ξεφύγουμε από τη ρουτίνα και να
ξεκουραστούμε».
«Καλά όλα αυτά», της λέω, «τα καταλαβαίνω, αλλά η νύχτα, βρε παιδί
μου, δεν προσφέρεται για ξεκούραση και διασκέδαση. Τη νύχτα, μόνο το
πανηγύρι στο χωριό είναι αυτό που ξεχωρίζει, ενώ οι τέτοιου είδους
δραστηριότητες με τις οποίες εσείς σπαταλάτε την ώρα σας και ξενυχτάτε
τσάμπα, είναι χαμηλού επιπέδου, χωρίς κανένα αντίκρισμα, και αυτό το
διαπιστώνει κανείς μετά από χρόνια. Χάνετε άλλα πράγματα που θα
μπορούσατε να κάνετε σε αυτή την ηλικία. Άσε που η νύχτα με την
κατανάλωση αλκοόλ προσφέρεται για φασαρίες και βανδαλισμούς, όπως
έγιναν τις προάλλες στο σχολείο και στην πλατεία του χωριού,
προκαλώντας υλικές ζημιές. Τη νύχτα με το σκοτάδι, πέρα από τη μύτη σου
δεν μπορείς να δεις και κάτι που δεν βλέπεις δεν μπορείς να σκεφτείς και
να ονειρευτείς, να θαυμάσεις και να αισθανθείς, να εκφραστείς και να
απολαύσεις, να αγαπήσεις και να δημιουργήσεις».
«Το χωριό και γενικότερα το ορεινό τοπίο σου προσφέρει απλόχερα άλλα
πράγματα, που είναι απλά και καθημερινά, όμορφα και ωραία, γιατί η
ευτυχία βρίσκεται στα μικρά και καθημερινά πράγματα».
«Και τι είναι αυτά που μπορεί κανείς να κάνει μέσα σε λίγες μέρες στο
χωριό μου», λέει απορώντας παράξενα.
«Δεν ξέρω», της λέω, «εσείς τα παιδιά να σκεφτείτε και να ανακαλύψετε
δραστηριότητες που θα δώσουν νόημα και περιεχόμενο στην
καθημερινότητά σας και γενικότερα στη ζωή σας. Πράγματα που θα είναι
το κίνητρο για να αποκτήσετε βιώματα και να αγαπήσετε τούτο τον τόπο.
Αν δυσκολευτείτε σε κάτι, τότε θα με ρωτήσετε να σας πω».
Κούνησε τότε κάπως καταφατικά και συνεσταλμένα το κεφάλι της, με μια
έκφραση προβληματισμού, χωρίς να δώσει απάντηση, δίχως να πει λέξη.
Την επόμενη μέρα το πρωί ανέβηκα στο βακούφικο καφενείο. Παρήγγειλα
καφέ και κάθισα κάτω από τον πλάτανο στην άκρη στο «κουλούρι», που
είναι σαν μπαλκόνι, για να απολαύσω από εκεί όλη τη θέα και την ομορφιά
του τοπίου. Ο ήλιος είχε ανεβεί κάνα δυο πήχες πάνω από τις
βουνοκορφές, η ατμόσφαιρα πεντακάθαρη με τα χρώματα της φύσης να
είναι έντονα και το όλο τοπίο να φαντάζει σαν πίνακας ζωγραφικής.
Αγναντεύοντας από το σημείο εκείνο θαυμάζεις τη μαγεία της φύσης, με
το μάτι σου να βλέπει παντού μόνο πράσινο και το γαλάζιο του ουρανού.
Στο βάθος ο Άσπρος (Ασπροπόταμος-Αχελώος), με φιδωτή πορεία,
διασχίζει κοιλάδες και απότομες πλαγιές. Σε μια βουνοπλαγιά διακρίνεται
και το Μοναστήρι της Αγίας Κυριακής. Είναι το μέρος που όταν
επισκέπτεσαι διακατέχεσαι από κατάνυξη και ψυχική ηρεμία.
Αφού πιώ μια γουλιά καφέ, το βλέμμα μου πέφτει κατευθείαν στη ράχη
του Αϊ-Λιά. Ένα πανέμορφο μέρος που εκεί έχω πάει πολλές φορές, σε κάθε
εποχή του χρόνου. Από το σημείο εκείνο δεν χορταίνεις να απολαμβάνεις
τη φύση, γοητεύεσαι από την ομορφιά του τοπίου και δεν σου κάνει
καρδιά να φύγεις.
Τι θυμήθηκα τώρα! Θυμήθηκα εκείνα τα χρόνια της εφηβείας, όταν
αγόρια και κορίτσια κάναμε καθημερινούς περιπάτους στις βουνοπλαγιές
και βουνοκορφές, πηγαίνοντας στα τοπωνύμια του χωριού. Εκείνη τη μέρα
είχαμε πάει στον Αϊ-Λιά. Μεταξύ μας ήταν και η γειτονοπούλα μου, το
κορίτσι με τα μαύρα μάτια και τα σγουρά μαλλιά, που μου άρεσε από τα
παιδικά μου χρόνια. Την έβλεπα τότε τα πρωινά στην αυλή του σπιτιού της
να ποτίζει τα λουλούδια, ενώ κάποιες φορές που η μάνα της την έστελνε
στο μαγαζί για ψώνια, περίμενα υπομονετικά να περάσει από τη στράτα
για να ανταλλάξουμε μια καλημέρα και ένα χαμόγελο. Τα απογεύματα
παίζαμε κυνηγητό με τα άλλα παιδιά στα σοκάκια και τα φύλαγα συνέχεια
εγώ μόνο και μόνο για να την κυνηγάω να την πιάσω.
Στα χρόνια της εφηβείας όμως και σε εκείνο τον περίπατο στον Αϊ-Λιά
ήμασταν κάπως ντροπαλοί, συνεσταλμένοι, μόνο τα βλέμματά μας
διασταυρώνονταν πότε-πότε και στη διαδρομή ό,τι εγώ έλεγα, αυτή
συμφωνούσε σε όλα, ενώ σε κάποιο σημείο που δυσκολεύτηκε να ανεβεί
το μονοπάτι, αυθόρμητα της έδωσα το χέρι να την τραβήξω και ήρθαμε
τόσο κοντά, που νιώσαμε τις ανάσες μας.
Η ομορφιά της ερωτικής έλξης ήταν εκεί στη ράχη του Αϊ-Λιά, όταν
καθίσαμε να κολατσίσουμε και μου πρόσφερε με εγκαρδιότητα ένα
κομμάτι πλαστό που είχε φκιάσει η μάνα της. Με ύφος ντροπαλό το άσπρο
και τρυφερό χεράκι της τρεμόπαιζε, ενώ ταυτόχρονα τα βλέμματά μας για
λίγο διασταυρώθηκαν, φανερώνοντας τα συναισθήματά μας και τα μάτια
μας σαν να ήθελαν να πουν τόσα πολλά. Από τότε τη σκεφτόμουνα κάθε
φορά, συνήθως τα βράδια πριν κοιμηθώ, κάνοντας όνειρα. Όμορφα χρόνια,
ρομαντικά, ωραίες αναμνήσεις.
Η ράχη του Αϊ-Λιά δεν είναι η μοναδική που χαρακτηρίζεται για το όμορφο
ξέφωτο και την ωραία της θέα. Η Νεράιδα έχει και άλλα τοπωνύμια στις
βουνοκορφές των ορέων της, εξίσου πανέμορφα.
Είναι οι Λάκκες, που βρίσκονται στην κορυφογραμμή του βουνού, με ένα
μονοπάτι που οδηγεί ανηφορίζοντας από τη ράχη του Αϊ-Λιά. Οδηγεί και
από άλλη στράτα, από το ξωκκλήσι του Αϊ-Θόδωρου.
Οι Λάκκες μοιάζουν με ένα μικρό οροπέδιο, που μοσχοβολάει ρίγανη. Από
εκεί στο βάθος βλέπεις τα γύρω χωριά και μακριά κάπως αχνά την Άρτα, ο
ορίζοντας ανοίγει και το μάτι χάνεται στις κορυφογραμμές της κεντρικής
Πίνδου, ατενίζοντας με δέος την ομορφιά των ορέων, που οι κορυφές τους
σμίγουν με το γαλάζιο του ουρανού.
Πιο πάνω, πολύ ψηλά, στην ίδια κορυφογραμμή, υψώνεται ο επιβλητικός
Κριάκουρας, που μοιάζει με κοφτερή πέτρα, είναι πανύψηλος, λες και
αγγίζει τον ουρανό. Από την κορυφή του «βλέπει κανείς το Θεό». Γύρω σου
και μέχρι εκεί που χάνεται το μάτι σου, βλέπεις όλο βουνά και στο βάθος τα
Γιάννενα. Στις σχισμάδες των βράχων μοσχοβολάει το τσάι, ενώ πιο πέρα
βρίσκεται η τρύπα που όλο το χρόνο καλύπτεται από χιόνι.
Το Νεραϊδιώτικο τοπίο είναι πανέμορφο. Κάθε μέρος, κάθε τοπωνύμιο
έχει τη δική του ωραιότητα και ομορφιά, έχει και κάτι το διαφορετικό που
το κάνει να ξεχωρίζει. Δεν είναι μόνο οι ψηλές βουνοκορφές που
εντυπωσιάζουν, είναι και οι βουνοπλαγιές με τις ραχούλες, οι πηγές και οι
βρυσούλες, τα αλώνια και τα ξέφωτα, τα κέδρα που μοσχοβολούν και τα
έλατα, τα ρέματα και τα λαγκάδια, που βρίσκονται πιο κοντά στο χωριό.
Είναι όλα αυτά που σε μαγεύουν από την πρώτη στιγμή και σε κάνουν να
αγαπήσεις περισσότερο αυτό το χωριό.
Ενδιαφέρον θα είχε και μια επίσκεψη με πεζοπορία στα διπλανά χωριά.
Παλαιότερα γινόταν από το μονοπάτι του Αϊ-Λιά και τις κοδέλες.
Αξιόλογες, επίσης, είναι οι αθλητικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, με τη
διοργάνωση στο χωριό αγώνων ποδοσφαίρου, μπάσκετ, βόλεϊ, πινγκ πονγκ,
με σεμινάρια χορού, θεατρικές παραστάσεις, καθώς και αυτοσχέδιες
ορχήστρες, με τραγούδια μεγάλων Ελλήνων συνθετών, δραστηριότητες που
παρακινούσαν παράλληλα και τα μικρότερα παιδιά που ασχολούνται μόνο
με το κινητό και το τάμπλετ.
Χωρίς να θέλω να περιαυτολογήσω, μόνο με αυτές τις σκέψεις μου
προδιαθέτω έμμεσα αυτά τα παιδιά να κάνουν τις μέρες αυτές που
περνούν στο χωριό πράγματα που αξίζουν και όχι να χάνουν τον καιρό τους
με άλλες συνήθειες, πεζές, που δεν τους αξίζουν. Χωριό δεν είναι μόνο τα
σπίτια, τα καφενεία και τα άσκοπα ξενύχτια στα σοκάκια. Χωριό είναι η
επιστροφή στις ρίζες, με τις ανθρώπινες σχέσεις να ξαναζωντανεύουν, είναι
η επιστροφή στη φύση, με τις αξίες, τις αρχές και τα ιδανικά να
αναδεικνύονται στο βαθμό που η ζωή των ανθρώπων να αποκτά νόημα και
περιεχόμενο. Είναι το πανηγύρι, το κορυφαίο γεγονός του χωριού, που
θεωρείται άυλη πολιτιστική κληρονομιά.
Κάθε αρχή για κάτι πρωτοποριακό και καλύτερο γίνεται από τη νεολαία
και συνήθως από τις μειοψηφίες, οι οποίες αλλάζουν τη φθηνή και πεζή
νοοτροπία με κάτι πιο δημιουργικό και κυρίως ποιοτικό με σκοπό να
γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι και να νιώθουμε καλύτερα και πιο όμορφα.
Ποτέ και για τίποτε δεν είναι αργά. Με πρωτοπόρα τη νεολαία, μπορούν
να επανέλθουν όλα. Ίσως μπορέσετε εσείς παιδιά.
Τις σκέψεις μου διέκοψε μια γνώριμη φωνή, αυτή του Θωμά, που εκείνη
την ώρα τελείωσε το τάβλι.
«Κουμπάρε, τι θα κάνουμε; Μεσημέριασε, θα πιούμε από ένα;»
Αποχαιρέτα το το πανηγύρι που θα χάσεις ...
Γράφει ο Σπύρος Νεραϊδιώτης
Και εκείνους που τους είδαν να χορεύουν τους πέρασαν για τρελούς αυτοί που δεν μπόρεσαν να ακούσουν τη μουσική
(Φρίντριχ Νίτσε)
Δυστυχώς το πανηγύρι της Νεράιδας τον τελευταίο καιρό βρίσκεται στην κόψη τού ξυραφιού. Με το ερώτημα να πλανιέται: θα υπάρχει συνέχεια, δεν θα υπάρχει; Θα έλεγε κανείς πως ψυχομαχεί και μαζί του ψυχομαχούν και οι παραδόσεις μας με τα πατροπαράδοτα, τα ήθη και έθιμα με τις ανθρώπινες σχέσεις. Ψυχομαχούν ακόμα και οι αναμνήσεις μας που συνδέονται με το πανηγύρι, μαζί και οι μνήμες των προγόνων μας, οι οποίοι χόρευαν εκείνα τα χρόνια εκεί στο χοροστάσι της πλατείας του χωριού. Και μαζί με όλα αυτά θα χαθούν και τα συναισθήματά μας, αυτά που εκφράζαμε χρόνια τώρα από μικρά παιδιά τις μέρες του πανηγυριού χορεύοντας και τραγουδώντας. Το πανηγύρι, αυτό το κορυφαίο γεγονός της τοπικής κοινωνίας, έρχεται από το μακρινό παρελθόν. Κρατήθηκε γερά για πάνω από τρεις αιώνες, μέσα σε αντίξοες συνθήκες, με σκλαβιά, πολέμους, εισβολή, κατοχή, τυραννίες, ταραχές, πανδημίες. Και τώρα με την παγκοσμιοποίηση και τη νέα τάξη πραγμάτων περιθωριοποιείται, αργοπεθαίνει, ακόμα και καταργείται. Σε κάποια χωριά -ελάχιστα- που οι κάτοικοι κρατούν γερά τις παραδόσεις έχοντας και υψηλό πολιτιστικό επίπεδο, το πανηγύρι τους το έχει αναλάβει η UNESKO σαν άυλη πολιτιστική κληρονομιά. Σε κάποια άλλα, το πανηγύρι έχει αλλάξει ριζικά και έχει μετατραπεί σε μια απλή διασκέδαση χωρίς ποιότητα και κυρίως χωρίς έκφραση συναισθημάτων, ενώ σε πολλά χωριά εδώ και χρόνια αποτελεί παρελθόν. Το πανηγύρι της Νεράιδας των Ανατολικών Τζουμέρκων κρατιέται ακόμα κοντά στην παράδοση με νύχια και με δόντια. Και τούτο χάρη στην προσπάθεια που κάνουν μεμονωμένα κάποιοι τρυφεροί εραστές της παράδοσης και του λαϊκού πολιτισμού, κάποιοι ρομαντικοί νοσταλγοί του ψυχικού τοπίου και των παιδικών βιωμάτων των μικρών μας πατρίδων, με ευαισθησίες και σεβασμό στα πατροπαράδοτα.
Τα τελευταία χρόνια ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού, αναλαμβάνοντας τα ηνία, πήρε με αίσθημα ευθύνης τη μεγάλη απόφαση, παρακινώντας στη συνέχεια και μια ομάδα χωριανών, για να πουν το μεγάλο ΝΑΙ, ώστε το πανηγύρι να διασωθεί, να διαφυλαχθεί και να διατηρηθεί, με κύριο σκοπό να κληροδοτηθεί στις επόμενες γενιές χωρίς την παραμικρή αλλοίωση, δίχως το ξεθώριασμα των χρωμάτων και αρωμάτων, αλλά με σεβασμό στο παρελθόν και τον εμπλουτισμό του με κάποια στοιχεία, ανάλογα με τις απαιτήσεις της σημερινής κοινωνίας, που ταιριάζουν απόλυτα στις ανθρώπινες αξίες. Αυτή άλλωστε είναι και η έννοια της παράδοσης. Γιατί παράδοση δεν είναι η διατήρηση της στάχτης, αλλά η μεταφορά της φλόγας. Πρώτα καταργήθηκε η παραμονή τού τριήμερου πανηγυριού. Και θα ακολουθήσει, καθώς φαίνεται, και τυπικά η κατάργηση της πρώτης μέρας, έτσι ώστε το πανηγύρι να καθιερωθεί σαν μονοήμερο και να γιορτάζεται όμως τη δεύτερη μέρα. Η τραγική ειρωνεία θα ήταν ένα πανηγύρι που είναι αφιερωμένο στην Αγία Παρασκευή, να γιορτάζεται την επόμενη μέρα, στη γιορτή του Αγίου Παντελεήμονα. Έτσι ακριβώς, ευτυχώς ή δυστυχώς, έγινε το έτος 2022, όταν το πανηγύρι έγινε μόνο τη δεύτερη μέρα και ήταν απλά μια τυπική διαδικασία.
Την επόμενη χρονιά, το έτος 2023, ο Σύλλογος, παίρνοντας μια δυναμική και πρωτοπόρα πρωτοβουλία, διοργάνωσε το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής με καινοτόμες αποφάσεις και κυρίως με σεβασμό στο παρελθόν και το βλέμμα στο μέλλον. Έτσι, από πολύ καιρό πριν, φρόντισε να κλείσει μια ποιοτική ζυγιά (ορχήστρα), αποτελούμενη από παραδοσιακά όργανα: κλαρίνο, βιολί, λαούτο, ντέφι. Έπαιξαν τραγούδια αυθεντικά, τραγούδια που θύμιζαν παλαιές εποχές. Ανήμερα της Αγίας Παρασκευής, με το σχόλασμα της εκκλησίας, οι περισσότεροι χωριανοί σκόρπισαν και κάποιοι από αυτούς έσπευσαν να προφτάσουν το τάβλι στο καφενείο, με συνοδεία το φραπέ τους. Είναι αυτοί οι άνθρωποι της αδιαφορίας, οι οποίοι είναι και επικίνδυνοι για την ίδια την κοινωνία, ενώ πίσω τους ακολουθούν και κάποιοι άλλοι που διακατέχονται από τον ωχαδερφισμό και την κοιλιοδουλία. Όσοι λιγοστοί έμειναν στον χώρο της εκκλησίας με συνοδεία τα τραγούδια της ζυγιάς, βίωσαν μια όμορφη ξέχωρη κατάσταση πλημμυρισμένη με πλήθος συναισθημάτων. Στο χώρο του νεκροταφείου έγινε ένα άτυπο προσκλητήριο νεκρών. Ένα έθιμο που συναντάται σε χωριά της Ηπείρου και ήρθε για πρώτη φορά στο χωριό. Η ζυγιά περνώντας από κάθε μνήμα έπαιζε τραγούδια μοιρολόγια.
- Βγήκα ψηλά και πλάγιασα σε πέτρα, σε λιθάρι κι εκεί 'ταν μνήμα κλέφτικο, θαμμένο παλικάρι.
- Με γέλασαν μια χαραυγή της Άνοιξης τ' αηδόνια με γέλασαν και μου είπανε, ο χάρος δεν με παίρνει.
- Σήκω, Μαργιόλα μ', απ' τη γη κι από το μαύρο χώμα -Με τι ποδάρια να σκωθώ, χεράκια ν' ακουμπήσω; - -Κάνε τα νύχια σου τσαπιά, τις απαλάμες φτυάρια.
Η ατμόσφαιρα συγκινησιακά φορτισμένη, μάτια βουρκωμένα με τα τραγούδια μοιρολόγια που έπαιζε η ζυγιά. Τα μνήματα λες και ράγισαν και πάνω σε αυτά βγήκαν οι νεκροί μαρμαρωμένοι. Ήταν ένας τρόπος επικοινωνίας με εκείνους, γιατί οι άνθρωποι πεθαίνουν μόνο όταν αφήνονται στη λησμονιά του χρόνου.

Πανηγύρι δεν είναι μόνο να τρώμε και να πίνουμε, ούτε να φέρουμε στο χορό εθιμοτυπικά δυο γύρες. Πανηγύρι είναι αλληλένδετα μεταξύ τους ο χορός και το τραγούδι, το γλέντι και το βίωμα, η έκφραση συναισθημάτων και το άγγιγμα ψυχής, όλα αυτά που αποπνέουν άρωμα και τρόπο ζωής. Πανηγύρι είναι να ξεφεύγουμε από την καθημερινότητα, να μονοιάζουμε, να γελάμε, ακόμα και να κλαίμε. Το κλάμα δεν είναι ντροπή, ντροπή είναι για τον άνθρωπο εκείνο που σε κάνει να κλαις. Το κλάμα όταν είναι από πόνο ψυχής, γίνεται βάλσαμο και το δάκρυ αγίασμα, ενώ, όταν είναι από χαρά, το δάκρυ είναι ευλογία. Το πανηγύρι με τη γενικότερη έννοιά του είναι έτσι ακριβώς όπως το φιλοσόφησε ο Αϊνστάιν:
Χορεύουμε για το γέλιο, χορεύουμε για τα δάκρυα, χορεύουμε για την τρέλα, χορεύουμε για τους φόβους, χορεύουμε για τις ελπίδες, χορεύουμε για τις κραυγές, είμαστε οι χορευτές, εμείς δημιουργούμε τα όνειρα.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας η πλατεία του χωριού γέμισε από κόσμο, με αποκορύφωμα την εμφάνιση των χορευτικών. Χοροί και τραγούδια από τα χορευτικά, με τις παραδοσιακές φορεσιές να ομορφαίνουν και να στολίζουν το χώρο, ενώ στο τέλος πιάστηκε στον κύκλο του χορού όλος ο κόσμος. Κι όσο γυρίζει ο χορός, ο κύκλος μεγαλώνει. Χρώματα κι αρώματα λαϊκού πολιτισμού. Τόσο πλούσιο και ωραίο πανηγύρι είχε να γίνει από τη δεκαετία του ΄60 και ΄70.
Με την ίδια οργάνωση έγιναν και τις επόμενες δυο χρονιές. Τη δεύτερη μέρα του πανηγυριού έγινε το kαθιερωμένο «Διπλοκάγκελο», όπως συνήθως γίνεται κάθε φορά. Η πρώτη μέρα όμως είναι καθοριστική και, αν έχει αυτή την ωραιότητα και την ομορφιά, η δεύτερη μέρα θα έχει επίσης το ίδιο αποτέλεσμα, με το πανηγύρι να θεωρείται και στην πράξη ως το κορυφαίο γεγονός της τοπικής κοινωνίας.
Έτσι θα πρέπει να γίνεται το πανηγύρι. Επιτακτική ανάγκη η συνεργασία της Κοινότητας και του βακούφικου καφενείου και η πλαισίωση του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού, ο οποίος θα έχει τον πρώτο λόγο και κυρίως το γενικό πρόσταγμα. Σε διαφορετική περίπτωση αποχαιρέτα το το πανηγύρι που θα χάσεις. Κι αν χαθεί το πανηγύρι, τότε είναι αργά, πολύ αργά για δάκρυα.<

